Διχασµένη εµφανίζεται η διεθνής κοινότητα για τον τρόπο αντίδρασης απέναντι στο καθεστώς του Μουαµάρ Καντάφι, όµως η γαλλική κυβέρνηση επιθυµώντας να αποτελέσει την αιχµή του δόρατος προχώρησε σε µια σειρά διπλωµατικών κινήσεων, προκαλώντας τις αντιδράσεις άλλων ευρωπαϊκών κρατών: έγινε η πρώτη χώρα που αναγνώρισε το Εθνικό Συµβούλιο των λίβυων αντικαθεστωτικών ως τον «µόνο νόµιµο εκπρόσωπο του λιβυκού λαού», ζητώντας και από τις άλλες χώρες της Ε.Ε. να πράξουν το ίδιο, πιέζει τον ΟΗΕ να επιβάλει ζώνη απαγόρευσης πτήσεων στον λιβυκό εναέριο χώρο, ενώ ο γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί πρόκειται, σύµφωνα µε πληροφορίες, να προτείνει στους ευρωπαίους εταίρους του «εστιασµένες αεροπορικέ ςεπιδρο µές» σε δύο στρατιωτικά αεροδρόµια και ένα στρατόπεδο όπου βρίσκεται το στρατηγείο του Καντάφι στην Τρίπολη.
Αντιδρώντας, αξιωµατούχος της λιβυκής κυβέρνησης δήλωσε πως εξετάζεται το ενδεχόµενο η χώρα να διακόψει τις σχέσεις της µε τη Γαλλία.
Αυτό όµως δεν πτόησε τον γάλλο πρόεδρο και τον βρετανό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Κάµερον, οι οποίοι σε επιστολή τους προς τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συµβουλίου, Χέρµαν βαν Ρόµπαι επιµένουν ότι «ο Καντάφι και η κλίκα του πρέπει να φύγουν».
Στις Βρυξέλλες όπου χθες συναντήθηκαν οι υπουργοί Αµυνας του ΝΑΤΟ, ο γενικός γραµµατέας της Συµµαχίας Αντερς Φογκ Ράσµουσεν ανακοίνωσε ότι το ΝΑΤΟ σκοπεύει να στείλει και άλλες ναυτικές δυνάµεις στη Μεσόγειο και µάλιστα πιο κοντά στις λιβυκές ακτές, όµως για την επιβολή ζώνης απαγόρευσης πτήσεων χρειάζεται περαιτέρω σχεδιασµός. Χαρακτηριστικό πάντως των διαφωνιών που έχουν προκύψει είναι ότι ο αµερικανός υπουργός Αµυνας Γκέιτς δήλωσε πως δεν συµφωνήθηκε η αύξηση του αριθµού των πλοίων στην περιοχή. Στη συνάντηση που ολοκληρώνεται σήµερα παίρνει µέρος και ο έλληνας υπουργός Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος επέµεινε στην ανάγκη να αναληφθούν πρωτοβουλίες για να ανακοπούν νέες µεταναστευτικές ροές προς τον ευρωπαϊκό νότο. ΣΤΉ ΔΙΕΘΝΉ ΣΚΉΝΉ όµως, και ενώ η Ρωσία και η Κίνα εµφανίζονται σταθερά αντίθετες στην επιβολή ζώνης απαγόρευσης πτήσεων στη Λιβύη, κυριαρχούν οι κινήσεις της Γαλλίας, η οποία θέλει να ανακτήσει τη διπλωµατική πρωτοβουλία, καθώς παρακολούθησε µέχρι σήµερα αµήχανη τις εξελίξεις στον αραβικό κόσµο. «Από την αρχή ήµασταν απόντες από το σηµαντικό κίνηµα στη Βόρεια Αφρική», είπε στέλεχος του κόµµατος του Σαρκοζί, «και πρέπει να ξαναπάρουµε την ηγεσία».
Ο γάλλος φιλόσοφος Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, όπως ανέφερε χθες η ιστοσελίδα του «Nouvel Observateur», ήταν αυτός που κανόνισε τη συνάντηση του Σαρκοζί µε τους δύο εκπροσώπους της λιβυκής αντιπολίτευσης.
Ο Λεβί ήταν παρών στη συνάντηση, χθες το πρωί, στο Μέγαρο των Ηλυσίων Πεδίων. Οι Λίβυοι ζήτησαν από τον γάλλο πρόεδρο να σαµποτάρει τα συστήµατα επικοινωνίας του στρα τού του Καντάφι, να καταστρέψει το µπούνκερ του στην Τρίπολη, να εξουδετερώσει τα τρία βασικά αεροδρόµια, να αναγνωρίσει επισήµως την αντιπολίτευση ως µοναδική νόµιµη αρχή και να επιβληθεί ζώνη απαγόρευσης πτήσεων.
Ο Σαρκοζί είπε ναι σε όλα, επισηµαίνει ο «Nouvel Observateur». Εξήγησε όµως πως το Συµβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ είναι σχεδόν απίθανο να πει «ναι» στη ζώνη απαγόρευσης πτήσεων. Σε ό,τι αφορά τις χειρουργικές επιθέσεις, είπε πως σκοπεύει να ζητήσει σήµερα από τους Ευρωπαίους να διεξάγουν µια από κοινού επιχείρηση, κάτι για το οποίο η Γερµανία είναι ιδιαίτερα διστακτική. Είπε πως δεν επιθυµεί καθόλου µια επέµβαση υπό την αιγίδα του ΝΑΤΟ (δηλαδή δεν επιθυµεί τη συµµετοχή των ΗΠΑ). Σε κάθε περίπτωση, πρόσθεσε, και αν χρειαστεί, η Γαλλία θα πραγµατοποιήσει µονοµερώς τις επιθέσεις.
οι ΉΠΑ δείχνουν πολύ πιο διστακτικές για τη δηµιουργία της ζώνης απαγόρευσης πτήσεων, προειδοποιώντας ότι θα είναι δύσκολη η επιβολή της και δεν θα σταµατήσει τα επιθετικά ελικόπτερα των καθεστωτικών δυνάµεων. Χθες ο επικεφαλής των µυστικών υπηρεσιών Τζέιµς Κλάπερ δήλωσε πως ο λιβυκός στρατός έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να επικρατήσει στη σύγκρουση µε τους αντικαθεστωτικούς αντάρτες, γεγονός που σηµαίνει ότι το καθεστώς Καντάφι θα επικρατήσει. Οσον αφορά τη Ρωσία, απαγόρευσε την πώληση όπλων προς τη Λιβύη αναστέλλοντας τα συµβόλαια που είχε υπογράψει µε την κυβέρνηση Καντάφι, τα οποία της αποφέρουν ετησίως περισσότερα από δύο δισεκατοµµύρια δολάρια.